1967 - 1974 –Αποστασία, Χούντα, Προδοσία

Τα Ιουλιανά δεν ήταν απλώς μια κυβερνητική αλλαγή, αλλά μια κατάφωρη συνταγματική εκτροπή. Η άρνηση του Βασιλιά Κωνσταντίνου (γνωστός ως Κοκός) να δεχθεί ότι η εκλεγμένη κυβέρνηση κυβερνά και υπερέχει έναντι του Στέμματος, οδήγησε σε παρατεταμένη πολιτική αστάθεια η οποία άνοιξε το δρόμο για το πραξικόπημα της 21ης Απρίλη 1965, και ότι τραγικό διαδραματίστηκε –και συνεχίζει να διαδραματίζεται– στην Κύπρο.

Είχαν προηγηθεί: 1). Η σύγκρουση του Γ. Παπανδρέου με τον Βασιλιά Κωνσταντίνο. Βασική αιτία της σύγκρουσης ήταν η διαφωνία τους για τον έλεγχο του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας. Ο Κοκός, θεωρώντας το στράτευμα φέουδό του, και δικό του «προνόμιο», αρνήθηκε στον εκλεγμένο πρωθυπουργό το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας. 2) Υπόθεση ΑΣΠΙΔΑ (Αξιωματικοί Σώσατε Πατρίδα, Ιδανικά, Δημοκρατία, Αξιοκρατία). Οι Αμερικανοί βλέποντας την αυξανόμενη επιρροή του Ανδρέα Παπανδρέου, και φοβούμενοι ότι δεν θα τον ελέγχουν πλήρως, επινόησαν την οργάνωση ΑΣΠΙΔΑ με αρχηγό τον Α. Παπανδρέου. Η Δεξιά και τα Ανάκτορα, χρησιμοποίησαν την υποτιθέμενη αυτή οργάνωση για να ασκήσουν πίεση στην κυβέρνηση και να αμφισβητήσουν την πίστη της στον θρόνο και την πατρίδα. 3) Η ωμή παρέμβαση των Ανακτόρων στην Εκτελεστική Εξουσία. Ο Κωνσταντίνος, ακολουθώντας την τακτική ανάμειξης των ανακτόρων στην πολιτική, που υπερέβαινε τον ρυθμιστικό του ρόλο με υβριστικές επιστολές στον Πρωθυπουργό, κατέδειξε ότι το Παλάτι δεν αναγνώριζε στον Γ. Παπανδρέου το δικαίωμα να διορίζει υπουργούς της αρεσκείας του. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του «Γαρουφαλιά, υπουργού εθνικής άμυνας ο οποίος ήταν ιδιοκτήτης της ζυθοποιίας ΦΙΧ, χρηματοδοτούσε την Ένωση Κέντρου, συνεργαζόταν στενά με την Αμερικανική Πρεσβεία, και προσκόμιζε αποδείξεις ότι ο Γρίβας μπορούσε να ανατρέψει τον Μακάριο και να επιβάλλει ΝΑΤΟϊκή λύση στο νησί. Ο Μακάριος υποψιάζονταν το κυοφορούμενο πραξικόπημα εναντίον του αποφάσισε να θέσει την Εθνική Φρουρά και τους Ελλαδίτες αξιωματικούς της υπό τον έλεγχό του, κάτι που εξαγρίωσε τον Γρίβα. Σ’ αυτή τη συγκυρία ο Παπανδρέου προσπάθησε να αντικαταστήσει τον Γαρουφαλιά από υπουργό εθνικής άμυνας, κάτι που προκάλεσε την αντίθεση του Βασιλιά» με τις γνωστές συνέπειες (Ιουλιανά – Χούντα – Αττίλας). 4) Η «Αποστασία» βουλευτών. Τα Ανάκτορα σε συνεννόηση με βουλευτές της Ένωσης Κέντρου προκάλεσαν την διάσπαση του κυβερνώντος κόμματος. 39 άθλιοι αποστάτες της Ένωσης Κέντρου με επικεφαλής τον Μητσοτάκη ξεπούλησαν τη συνείδησή τους για υπουργικές καρέκλες και υπέρογκα χρηματικά ποσά, που λέγεται ότι έφταναν στο ιλιγγιώδες για την εποχή ποσό των 5.000.000 δρχ. για κάθε αποστάτη1. 5). Ο λεγόμενος Συμμαχικός (Αμερικανικός) παράγοντας. Η CIA έβλεπε με καχυποψία τον Ανδρέα Παπανδρέου και ενδεχόμενη «χαλάρωση» της ΝΑΤΟικής εξάρτησης της Ελλάδας από τις προσταγές της Αμερικής. Γι’ αυτό, κατά την προσφιλή τους τακτική οργάνωσαν την πτώση της κυβέρνησης και την απομάκρυνση του Γ. Παπανδρέου από την Πρωθυπουργία.

Οι “τροχονόμοι” της χούντας που πρόδωσαν το έθνος.

Το Πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967 δεν ανέτρεψε μόνο την κοινοβουλευτική δημοκρατία· άνοιξε τον δρόμο για μια από τις μεγαλύτερες εθνικές τραγωδίες του ελληνισμού. Η χούντα των συνταγματαρχών, ένα καθεστώς επίορκων αξιωματικών, φασιστικής νοοτροπίας και εξαρτημένων από ξένα κέντρα, κράτησε όμηρο μια ολόκληρη χώρα με πολιτικές διώξεις, φόβο και καταστολή. Αξιωματικοί ξενοκίνητοι, επικίνδυνοι και φανατικοί, υπηρετώντας αλλότρια συμφέροντα οδήγησαν την Ελλάδα στην πολιτική και εθνική καταστροφή ολοκληρώνοντας το προδοτικό τους έργο, με την «θυσία» της Κύπρου στο βωμό των νατοϊκών συμφερόντων.

Η «θυσία» της Κύπρου ως πασχαλινό αρνί δεν ήταν «μια τρέλα της στιγμής», αλλά ένα προμελετημένο και καλά σχεδιασμένο έγκλημα. Είχε να κάνει με γεωπολιτικούς σχεδιασμούς των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ. Συνδεόταν με τις ισορροπίες στην περιοχή, την αντιμετώπιση της Σοβιετικής Ένωσης, και η άμεση εμπλοκή του ΝΑΤΟ είχε ήδη δρομολογηθεί ύστερα από τη συνάντηση στις Βερμούδες το 1957.

Η Χούντα ζητούσε μια ”εθνική επιτυχία”, να ενσωματώσει στην προπαγάνδα της ”εθνοσωτήριας επανάστασης”. Στο πλαίσιο αυτό ξεκίνησαν συναντήσεις Αθηνών και Άγκυρας με μενού το Κυπριακό. Μια από τις σημαντικότερες, ίσως, συναντήσεις ήταν η μυστική συνάντηση που είχε πραγματοποιηθεί με τους αποστάτες στις 17 Δεκεμβρίου 1966 στο Παρίσι σε επίπεδο υπουργών εξωτερικών, την περίοδο της αποστασίας. Ο Ιωάννης Τούμπας αποκόμισε την εντύπωση ότι η Τουρκία δέχονταν την Ένωση με αντάλλαγμα στρατιωτική παρουσία της Τουρκίας στη Βρετανική βάση της Δεκέλειας που θα μετατρέπονταν σε ΝΑΤΟϊκή βάση, ενώ η Τουρκία προωθούσε τη λύση ομοσπονδίας, ή συγκυριαρχίας, στοχεύοντας στον στρατηγικό έλεγχο του νησιού.

Οι συζητήσεις κατέληξαν σε ναυάγιο. Άγνωστο γιατί, ο Έλληνας υπουργός εξωτερικών έμεινε με την εντύπωση ότι η Τουρκία αποδεχόταν την ελληνική πρόταση αναφορικά με την βάση Δεκέλειας. Στην ουσία, ο Τούρκος υπουργός εξωτερικών απέρριψε την ένωση, προτείνοντας καθεστώς ομοσπονδίας. Η βάση της Δεκέλειας, δηλαδή, για τον Τούρκο υπουργό, ήταν αντάλλαγμα για λύση ομοσπονδίας, και όχι για την ένωση. Εκείνο που επιδίωκαν οι Τούρκοι τότε, και δεν έπαψαν να επιδιώκουν, είναι ο πλήρης στρατηγικός έλεγχος του νησιού.

Χούντα, – Εγκληματικές ενέργειες

Οι χουντικοί, έβλεπαν την Ένωση σαν εθνική επιτυχία και συνέχισαν τις προσπάθειες προσέγγισης με την Τουρκία. Το πρώτο «κατόρθωμα» της κυβέρνησης Παπαδόπουλου ήταν να καλέσει δυο συναντήσεις στον Έβρο –στην Τουρκική πόλη Κεσάνη και στην Αλεξανδρούπολη– στις 9 και 10 Σεπτέμβρη 1967, να συζητήσει το Κυπριακό ζήτημα προτείνοντας ωμά μια εκδοχή του σχεδίου Άτσεσον ή ακόμα και την ένωση χωρίς ανταλλάγματα. Η Τουρκική αντιπροσωπεία έμεινε εμβρόντητη από την προχειρότητα των επιχειρημάτων των χουντικών, τα οποία βέβαια απέρριψαν ολοκληρωτικά. Οι συναντήσεις οδηγήθηκαν σε αποτυχία και έμειναν γνωστές ως το “φιάσκο του Έβρου”, γιατί αποδείχθηκε ότι δεν υπήρχε πεδίο συζήτησης.

Αποχώρηση της Μεραρχίας.

Δεν άργησε να προχωρήσει η χούντα σε ένα δεύτερο φιάσκο, μεγαλύτερο και περισσότερο ζημιογόνο. Στην αποχώρηση της μεραρχίας από την Κύπρο που άφησε γυμνή την άμυνα της Κύπρου στο έλεος των τουρκικών σχεδιασμών για στρατιωτική κατάληψη του νησιού.

Τα πολύ σοβαρά επεισόδια στο χωριό της Κοφίνου στις 15 Νοεμβρίου 1967 επέσπευσαν τις εξελίξεις. Πρόκειται για αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε δυνάμεις της κυπριακής Εθνικής Φρουράς και Τουρκοκυπρίους ενόπλους. Τα γεγονότα αυτά προκάλεσαν σοβαρή ελληνοτουρκική κρίση και θεωρούνται από πολλούς ιστορικούς ως ένας από τους σταθμούς που οδήγησαν αργότερα στην τουρκική εισβολή του 1974.

Η κρίση της Κοφίνου έφερε Ελλάδα και Τουρκία κοντά σε πόλεμο. Σύμφωνα με αποχαρακτηρισμένα αμερικανικά έγγραφα, στις 21 Νοεμβρίου 1967 οι πρεσβευτές των ΗΠΑ, Αγγλίας, και Καναδά στην Άγκυρα, διαμόρφωσαν κοινή πρόταση προς Ελλάδα και Τουρκία ενός διακανονισμού που στην ουσία θα εξυπηρετούσε τα αιτήματα της Άγκυρας. Πρωταγωνιστικό ρόλο για εξομάλυνση της κρίσης ανέλαβε ο πρώην υφυπουργός Άμυνας των ΗΠΑ και μετέπειτα υπουργός Εξωτερικών, Σάιρους Βανς.

Το σχέδιο προέβλεπε: αποχώρηση της Ελληνικής μεραρχίας από την Κύπρο (που είχε σταλεί το 1964), μείωση των στρατιωτικών δυνάμεων στο νησί, ενίσχυση του ρόλου της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ (UNFICYP), και έμμεση πίεση προς την Ελλάδα να περιορίσει την επιρροή της στην Κύπρο, ώστε να αποφευχθεί τουρκική στρατιωτική επέμβαση.

Η πρόταση έγινε αποδεκτή από τη στρατιωτική χούντα, με αποτέλεσμα την αποχώρηση της μεραρχίας και την προσωρινή εκτόνωση της κρίσης, αλλά και την σημαντική αποδυνάμωση της αμυντικής ικανότητας της Κύπρου τα επόμενα χρόνια.

«Μια άλλη εκδοχή που αναφέρεται στον πόρισμα για το φάκελο της Κύπρου είναι πως η αποχώρηση της μεραρχίας ήταν ειλημμένη απόφαση της χούντας. Οι λόγοι που οδήγησαν σε αυτήν την απόφαση δεν είναι απόλυτα επιβεβαιωμένοι. Συμπεραίνεται ότι αποσκοπούσε στην προσπάθειά της να ανακτήσει και να διατηρήσει τον πλήρη έλεγχο στο εσωτερικό της χώρας. Φοβόταν ότι ένα σημαντικό τμήμα του στρατού το οποίο βρισκόταν στην Κύπρο θα μπορούσε να ήταν εκτός ελέγχου και να ενεργήσει σαν αποσταθεροποιητικός παράγοντας».

«Ο δεύτερος και πιθανότερος λόγος αφορά ενδεχόμενη απόφαση των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ για οριστική διευθέτηση του κυπριακού στη βάση του σχεδίου Άτσεσον, το οποίο είχε απορριφθεί. Για την υλοποίηση του σχεδίου θα έπρεπε να αποχωρήσει η Ελληνική μεραρχίας για να προωθηθεί το σχέδιο της μερικής και ελεγχόμενης ένοπλης σύρραξης Ελλάδας – Τουρκίας, ώστε να δικαιολογηθεί η λύση της διπλής ένωσης και ο πλήρης ΝΑΤΟϊκός έλεγχος, σχέδιο το οποίο τελικά επιχειρήθηκε να εφαρμοσθεί το 1974».

Εκ των έσω η υπονόμευση

Αν και όλοι γνώριζαν ότι οποιαδήποτε ενέργεια κατά του προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας, του οποιουδήποτε προέδρου, θα σήμαινε πρόσκληση της Τουρκίας για στρατιωτική επέμβαση, η χούντα μεθοδικά και συστηματικά υπονόμευε τον Μακάριο και την Κυπριακή Δημοκρατία ενισχύοντας αποσταθεροποιητικές κινήσεις.

Στα τέλη του 1968, ιδρύθηκε η ελληνοκυπριακή ακροδεξιά και παραστρατιωτική οργάνωση «Εθνικό Μέτωπο» με έντονο αντικομουνιστικό χαρακτήρα, και στρέφονταν ενάντια στον Μακάριο τον οποίο κατηγορούσε ότι εγκατέλειψε τον στόχο της Ένωσης, και επεδίωκε την ανατροπή του. Είχε συμμετοχή σε πολιτικές βιαιοπραγίες, συνδέονταν ιδεολογικά με κύκλους που στήριζαν τη στρατιωτική χούντα στην Ελλάδα, και αποτέλεσε ουσιαστικά τον πρόδρομο της ΕΟΚΑ Β΄ που ίδρυσε ο Γρίβας το 1971 με εντολή του Ιωαννίδη. Ιστορικά, το Εθνικό Μέτωπο θεωρείται μέρος της εσωτερικής ελληνοκυπριακής σύγκρουσης της περιόδου 1967–1974, που αποσταθεροποίησε την Κυπριακή Δημοκρατία πριν από το πραξικόπημα και την τουρκική εισβολή του 1974.

Η απόπειρα δολοφονίας κατά του Μακάριου στις 8 Μαρτίου 1970, θεωρείται μια από τις σημαντικότερες εσωτερικές πολιτικές συγκρούσεις στην προδικτατορική και δικτατορική ιστορία της Κύπρου. Ο Μακάριος σώθηκε χάρις στην ψυχραιμία του πιλότου που κατάφερε να προσγειώσει το ελικόπτερο, παρά τα πυκνά πυρά που δέχτηκε .

Οι απόπειρες εξόντωσης του Μακάριου δεν σταμάτησαν. Το Φλεβάρη του 1972 η χούντα των Αθηνών είχε αποφασίσει την ανατροπή του Μακάριου χρησιμοποιώντας δυνάμεις της Εθνικής Φρουράς. Πρωταγωνιστές στην εκτέλεση του πραξικοπήματος ήταν ο κουμπάρος του Δ. Ιωαννίδη και τότε διοικητής της ΕΛΔΥΚ Παύλος Παπαδάκης και ο Ανδρέας Κονδύλης. Η ανατροπή αποφεύχθηκε γιατί το σχέδιο έγινε γνωστό στον Μακάριο από τηλεφωνικές υποκλοπές.

Το 1974 οι αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες (οι οποίες δρούσαν σε συνεννόηση με τον Χένρι Κίσινγκερ), η ελληνική χούντα, η ΕΟΚΑ Β΄, και το πολιτικοστρατιωτικό κατεστημένο στην Άγκυρα, με διαφορετικές αφετηρίες και επιδιώξεις, βρέθηκαν στο ίδιο μέτωπο επιδιώκοντας την δολοφονία του Μακάριου. Η ανατροπή του Μακάριου στις 15 Ιουλίου 1974 και η σχεδιασμένη τουρκική εισβολή πέντε ημέρες αργότερα, ήταν δυο γεγονότα από το ίδιο σχέδιο.

Αττίλας Ι, και Αττίλας ΙΙ

«Αττίλας Ι» και «Αττίλας ΙΙ»: έτσι ονόμασε η Τουρκία τις δύο φάσεις της εισβολής στην Κύπρο το καλοκαίρι του 1974. Η πρώτη ξεκίνησε στις 20 Ιουλίου, λίγες ημέρες μετά το πραξικόπημα της ελληνικής χούντας κατά του Μακαρίου. Τουρκικές δυνάμεις αποβιβάστηκαν σχεδόν ανενόχλητες στην περιοχή της Κυρήνειας, ενώ αλεξιπτωτιστές έπεσαν βόρεια της Λευκωσίας με σκοπό να την καταλάβουν. Ακολούθησαν σκληρές μάχες, χάος, προσφυγιά και μια προσωρινή κατάπαυση πυρός (την οποία δεν τήρησαν οι Τούρκοι) στις 22 Ιουλίου.

Απέναντι σε έναν αντίπαλο με συντριπτική υπεροχή σε αεροπορία, τεθωρακισμένα και ναυτικό, οι άνδρες της ΕΛΔΥΚ, οι αξιωματικοί της Εθνικής Φρουράς και οι Ελληνοκύπριοι στρατιώτες πολέμησαν με αυτοθυσία και απελπισμένη γενναιότητα. Παρά την εγκατάλειψη, την ανοργανωσιά και τις εγκληματικές ανεπάρκειες της Αθήνας, αντιστάθηκαν σθεναρά και προκάλεσαν σημαντικές απώλειες στις τουρκικές δυνάμεις.

Πρέπει να γίνει γνωστό, να διδάσκεται στα σχολεία, ότι η Ελληνική Δύναμη Κύπρου έδωσε μία από τις πιο άνισες και ηρωικές μάχες της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Λίγες εκατοντάδες άνδρες, αφού η ελληνική Μεραρχίας είχε αποσυρθεί τα προηγούμενα χρόνια κάτω από πιέσεις συμμάχων, στάθηκαν έξω από τη Λευκωσία απέναντι σε τουρκικές μεραρχίες με άρματα μάχης, πυροβολικό και αεροπορική κάλυψη. Με ελάχιστα μέσα και με τις λόγχες σχεδόν στο χέρι, καθήλωσαν τον αντίπαλο και εμπόδισαν την πλήρη κατάληψη της Λευκωσίας.

Μέσα στο χάος της νύχτας 21 προς 22 Ιουλίου, ελληνικά μεταγωγικά αεροσκάφη επιχείρησαν την αποστολή καταδρομέων από την Κρήτη στην Κύπρο, στην επιχείρηση «Νίκη». Κάποια καταρρίφθηκαν από φίλια πυρά μέσα στη σύγχυση· όσοι όμως κατάφεραν να φτάσουν ζωντανοί, πολέμησαν για την υπεράσπιση του αεροδρομίου της Λευκωσίας και το κράτησαν μέχρι να περάσει υπό τον έλεγχο του ΟΗΕ, ενώ ο Έλληνας πρεσβευτής της Χούντας στην Κύπρο πίεζε να δοθεί το αεροδρόμιο στους Τούρκους!!!.

Η Κύπρος έπεσε, αλλά η Τουρκία δεν επικράτησε μόνο χάρη στην υπεροχή της. Ακόμα και με τις λιγοστές ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις οι Τούρκοι θα είχαν αποτύχει αν δεν υπήρχε η συνειδητή αδράνεια και οι εγκληματικές διαταγές του δικτατορικού καθεστώτος. Εγκληματικές ενέργειες οι οποίες αν και προκάλεσαν εθνική καταστροφή, ΚΑΝΕΝΑΣ δεν τιμωρήθηκε.

Λίγη ώρα πριν συγκρουστούν οι Έλληνες με τις δυνάμεις του Ιμπραήμ Πασά στους Μύλους το 1825, ένας Γάλλος αξιωματικός εξέφρασε στον Μακρυγιάννη την αμφιβολία του για το αν οι λιγοστοί Έλληνες μπορούσαν να αντέξουν απέναντι σε τόσο υπέρτερες δυνάμεις. «Είναι αδύνατα αυτά τα πράγματα κι εμείς όμως, αν είμεθα ολίγοι εις τον κόσμον, έχομεν όμως έναν Θεόν, όπου προστατεύει τους αδυνάτους. Και εις λίγες φορές πολλοί θέλουν να κάνουν και δεν μπορούν· άλλες πάλι λίγοι κάνουν και νικούν πολλούς», απάντησε ο Μακρυγιάννης.

Από τους Μύλους έως την Κύπρο του 1974, η ιστορία επαναλαμβάνει συχνά το ίδιο πικρό μοτίβο: λίγοι απέναντι σε πολλούς, εγκαταλελειμμένοι από ηγεσίες ανάξιες των περιστάσεων, αλλά όρθιοι μέχρι τέλους.

Το «πράσινο φως» του Χένρι Κίσινγκερ.

Ο Κίσινγκερ έβλεπε την κρίση αποκλειστικά μέσα από το πρίσμα του Ψυχρού Πολέμου. Στα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα αποδεικνύεται ότι πίστευε πως μια ελεγχόμενη τουρκική παρουσία στο νησί θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα του ΝΑΤΟ.

Οι ΗΠΑ προσέφεραν μεγάλη «υπηρεσία» στην Τουρκία, ασκώντας έντονες πιέσεις στην Αθήνα ώστε να μην εμπλακεί στον πόλεμο. Κατά τη διάρκεια του Αττίλα Ι, ο Σίσκο μετέφερε εκβιαστικά μηνύματα στην ελληνική ηγεσία, όπως: «Μην πάτε σε πόλεμο· θα χάσετε και θα είστε μόνοι σας». Παράλληλα, χρησιμοποίησαν τη διπλωματία για να κερδίσουν χρόνο υπέρ της Άγκυρας. Κάθε φορά που επιτυγχανόταν συμφωνία εκεχειρίας μέσω του ΟΗΕ, η Τουρκία την παραβίαζε συστηματικά, προκειμένου να μεταφέρει περισσότερα άρματα μάχης και στρατεύματα στην Κερύνεια.

Η στάση των ΗΠΑ έγινε ακόμη πιο προκλητική κατά τον «Αττίλα ΙΙ». Στις συνομιλίες της Γενεύης, η Τουρκία αξίωσε τον γεωγραφικό διαχωρισμό του νησιού. Όταν η ελληνική πλευρά ζήτησε προθεσμία 36 ωρών για να μελετήσει το σχέδιο, η Τουρκία αρνήθηκε και ξεκίνησε τον Αττίλα ΙΙ, ενώ ο Κίσινγκερ δήλωσε χαρακτηριστικά στον Αμερικανό Πρόεδρο Φορντ: «Δεν υπάρχει κανένας αμερικανικός λόγος για τον οποίο οι Τούρκοι δεν πρέπει να έχουν το ένα τρίτο της Κύπρου. Η τουρκική τακτική είναι σωστή: να παίρνουν αυτό που θέλουν και μετά να διαπραγματεύονται βάσει τετελεσμένων».

Ο Θουκυδίδης, στην Ιστορία του, αναδεικνύει διαρκώς το σκληρό δίλημμα των συμμαχιών: όταν οι σύμμαχοι εγκαταλείπουν ένα αδύναμο μέλος, η ίδια η συμμαχία χάνει την αξιοπιστία και τη συνοχή της. Στην πραγματικότητα, όμως, τα ισχυρά κράτη δεν κινούνται με γνώμονα κάποια αφηρημένη έννοια δικαιοσύνης, αλλά με βάση το συμφέρον και την ισχύ.

Στον περίφημο Διάλογο Μηλίων και Αθηναίων, οι Αθηναίοι διατυπώνουν με ωμότητα τη λογική της δύναμης: «Οι ισχυροί πράττουν ό,τι τους επιτρέπει η δύναμή τους και οι αδύναμοι υποχωρούν όσο τους επιβάλλει η αδυναμία τους». Ο Θουκυδίδης δεν εξιδανικεύει τον κόσμο· τον απογυμνώνει. Δείχνει ότι, στις κρίσιμες στιγμές της ιστορίας, οι συμμαχίες, το δίκαιο και οι ηθικές διακηρύξεις συχνά υποτάσσονται στη γεωπολιτική ισχύ και στο συμφέρον των ισχυρών.

Στην περίπτωση της Κύπρου, οι ισχυροί δεν περιορίστηκαν μόνο στην επιβολή της θέλησής τους· συνέβαλαν ενεργά στη δημιουργία των προϋποθέσεων του εγκλήματος. Και το τραγικότερο είναι ότι οι ελλαδικές ελίτ όχι μόνο γνώριζαν, αλλά, λειτουργώντας υπό την επιρροή ξένων κέντρων εξουσίας, συναίνεσαν.

Ο ρόλος του ΝΑΤΟ.

Το ΝΑΤΟ επέλεξε τότε μια στάση ”ουδέτερη” στο πλευρό της Τουρκίας. Παρά το γεγονός ότι η Τουρκία προχώρησε στην εισβολή χρησιμοποιώντας σχεδόν αποκλειστικά αμερικανικό και νατοϊκό οπλισμό — κατά παράβαση ακόμη και των αμερικανικών περιορισμών που προέβλεπαν χρήση του στρατιωτικού υλικού μόνο για αμυντικούς σκοπούς — η Συμμαχία δεν ανέλαβε καμία ουσιαστική πρωτοβουλία για να αποτρέψει ή να ανακόψει την επιχείρηση.

Η στήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών και του ΝΑΤΟ προς την Άγκυρα δεν εκδηλώθηκε με άμεση στρατιωτική συμμετοχή, αλλά μέσω μιας προσεκτικά υπολογισμένης παθητικότητας και μιας ισχυρής διπλωματικής κάλυψης. Στο παρασκήνιο του Ψυχρού Πολέμου, προτεραιότητα της Ουάσιγκτον ήταν να αποτραπεί μια ελληνοτουρκική σύγκρουση που θα μπορούσε να διαρρήξει το νοτιοανατολικό σκέλος της Συμμαχίας και να δημιουργήσει περιθώρια σοβιετικής επιρροής στην περιοχή.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ασκήθηκαν πιέσεις ώστε η Ελλάδα να μην αντιδράσει στρατιωτικά, ενώ παράλληλα αποτράπηκε κάθε ουσιαστική και αποτελεσματική παρέμβαση τόσο από τον ΟΗΕ όσο και από τη Βρετανία, η οποία διατηρούσε θεσμικό ρόλο εγγυήτριας δύναμης. Το αποτέλεσμα ήταν να δοθεί στην Τουρκία ο απαραίτητος χρόνος και ο διπλωματικός χώρος για να παγιώσει τα τετελεσμένα της εισβολής και να ολοκληρώσει τη διχοτόμηση της Κύπρου — μια εξέλιξη που, για ορισμένα δυτικά κέντρα αποφάσεων, θεωρήθηκε τότε ως ο «λιγότερο επικίνδυνος» τρόπος διαχείρισης μιας κρίσης στην πιο ευαίσθητη πτέρυγα του ΝΑΤΟ.

31 Αυγούστου 1971: Ο Γρίβας επανήλθε στην Κύπρο.

Ο Γεώργιος Γρίβας είχε ανακληθεί στην Αθήνα μετά τα γεγονότα της Κοφίνου, το 1967, έπειτα από έντονες πιέσεις και απαίτηση της Τουρκίας, ενώ στη συνέχεια τέθηκε ουσιαστικά σε κατ’ οίκον περιορισμό. Ωστόσο, τον Αύγουστο του 1971 επέστρεψε μυστικά στην Κύπρο, όπου, με τη στήριξη του καθεστώτος των συνταγματαρχών, ίδρυσε την ΕΟΚΑ Β΄, μια παράνομη παραστρατιωτική οργάνωση με στόχο την ανατροπή του Προέδρου Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και την επιβολή της Ένωσης με την Ελλάδα.

Οι δεσμοί της οργάνωσης με το καθεστώς των συνταγματαρχών τεκμηριώνονται από πλήθος εγγράφων, μαρτυριών και πορισμάτων. Ορισμένοι από τους στενούς συνεργάτες του Γρίβα διατηρούσαν άμεση επικοινωνία με το περιβάλλον του Δημήτρη Ιωαννίδη, ενώ η χούντα παρείχε σημαντική οικονομική ενίσχυση προς την ΕΟΚΑ Β΄. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία προσώπου που εργαζόταν στις επιχειρήσεις του Ποταμιάνου στην Ελλάδα και είχε αναλάβει τη μεταφορά χρημάτων προς τον Γρίβα στην Κύπρο. Το συγκεκριμένο πρόσωπο, σύμφωνα με την ενυπόγραφη κατάθεσή του, κατέθεσε ενυπόγραφα ενώπιον της Ειδικής Επιτροπής της κυπριακής Βουλής, η οποία συστάθηκε μετά την τραγωδία του 1974 για να διερευνήσει τις ευθύνες και τις συνθήκες της προδοσίας της Κύπρου.

Παράλληλα, πληθώρα εγγράφων και μαρτυριών επιβεβαιώνουν τη στενή σχέση του Γρίβα με τον Ιωαννίδη. Σε χαρακτηριστικό σημείωμα που κατατέθηκε στην ίδια Επιτροπή από τον στενό συνεργάτη του Γρίβα, Σπύρο Παπαγεωργίου, αναφέρεται ότι τον Οκτώβριο του 1973 ο αρχηγός της ΕΟΚΑ Β΄ εξέφραζε παράπονα προς τον Ιωαννίδη επειδή, όπως υποστήριζε, δεν λάμβανε πλέον την αναγκαία «υλική και ηθική υποστήριξη» για την εκπλήρωση της αποστολής του στην Κύπρο. Σύμφωνα με την ίδια μαρτυρία, ο Ιωαννίδης τον διαβεβαίωσε ότι σύντομα θα σημειώνονταν σοβαρές πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα — αναφορά που ερμηνεύεται σε προαναγγελία της ανατροπής Παπαδόπουλου τον Νοέμβριο του 1973 — και ότι η υποστήριξη προς τον ίδιο και την οργάνωσή του θα γινόταν πλέον απεριόριστη.

Μετά τον θάνατο του Γρίβα, στις 27 Ιανουαρίου 1974, η ΕΟΚΑ Β΄ πέρασε αρχικά σε μεταβατική περίοδο ηγεσίας. Αργότερα, με απόφαση του Δημήτρη Ιωαννίδη, αρχηγός της οργάνωσης ορίστηκε ο ταγματάρχης των ΛΟΚ Αθανάσιος Σκλαβενίτης ("Γενναίος", "Φάκελλος"), ο οποίος στάλθηκε μυστικά στην Κύπρο, και ήταν ο επικεφαλής της ΕΟΚΑ Β΄ κατά το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974.

Ύστερα από την προδοσία, πολλά στελέχη είχαν συνειδητοποιήσει το μέγεθος της καταστροφής (στην οποία είχαν συμβάλει και οι ίδιοι), ενώ άλλα, αμετανόητα, παρέμειναν εξοπλισμένα και ανεξέλεγκτα, προκαλώντας επεισόδια στο εσωτερικό μέτωπο μετά τη δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολής (Αττίλας ΙΙ).

Στους κόλπους της ΕΟΚΑ Β΄ κυριαρχούσε έντονος ιδεολογικός φανατισμός. Πολλά μέλη της θεωρούσαν τους εαυτούς τους «γνήσιους πατριώτες», ενώ χαρακτήριζαν ως «προδότες» τους υποστηρικτές του Μακαρίου. Πίστευαν ότι ο Κύπριος Πρόεδρος απομάκρυνε την Κύπρο από τον «εθνικό κορμό» της Ελλάδας και ότι έπρεπε να ανατραπεί ακόμη και με τη χρήση βίας. Η οργάνωση είχε σαφή αντικομουνιστικό και ακροδεξιό προσανατολισμό, στοχοποιώντας συστηματικά ιδίως μέλη του ΑΚΕΛ, αριστερούς πολίτες, και δημοκρατικούς αντιπάλους.

Η ΕΟΚΑ Β΄ λειτούργησε ως καθαρά παραστρατιωτική και συνωμοτική οργάνωση. Προχώρησε σε βομβιστικές επιθέσεις, ανατινάξεις αστυνομικών σταθμών και κυβερνητικών κτιρίων, επιδρομές σε στρατόπεδα για κλοπή οπλισμού, ληστείες τραπεζών και απαγωγές πολιτικών προσώπων. Ανάμεσα στις πλέον χαρακτηριστικές ενέργειές της υπήρξε η απαγωγή του Υπουργού Δικαιοσύνης Χρίστου Βάκη το 1973.

Η δράση της ΕΟΚΑ Β΄ βύθισε την ελληνοκυπριακή κοινότητα σε έναν βαθύ και αιματηρό διχασμό, δημιουργώντας συνθήκες εσωτερικής αποσταθεροποίησης που αποδυνάμωσαν σημαντικά την Κυπριακή Δημοκρατία. Η κορύφωση της δραστηριότητάς της σημειώθηκε στις 15 Ιουλίου 1974, όταν στελέχη της οργάνωσης, σε συνεργασία με μονάδες της Εθνικής Φρουράς, όργανο της χούντας του Ιωαννίδη, πραγματοποίησαν το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου. Το πραξικόπημα δημιούργησε τις πολιτικές και νομικές προϋποθέσεις που η Τουρκία επικαλέστηκε για να δικαιολογήσει την εισβολή της στις 20 Ιουλίου 1974, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την κατοχή του 37% περίπου του κυπριακού εδάφους και οδήγησε στη μεγαλύτερη εθνική τραγωδία του σύγχρονου κυπριακού ελληνισμού.

Το Γενάρη του 1975, ο Μακάριος χορήγησε γενική αμνηστία στα μέλη της ΕΟΚΑ Β΄, με αντάλλαγμα την παράδοση του οπλισμού της οργάνωσης. Ο Σκλαβενίτης κάλεσε τα μέλη της να συμμορφωθούν με την απόφαση αυτή. Όταν παραδόθηκαν οι αποθήκες οπλισμού και οι Ελλαδίτες σύνδεσμοι αναχώρησαν, η ΕΟΚΑ Β΄ έπαψε οριστικά να υπάρχει, πέρασε οριστικά στην ιστορία, αφήνοντας πίσω της το έργο της εμφύλιας διαμάχης που διευκόλυνε το διπλό έγκλημα του 1974.

Οι προδότες, οι συνωμότες έχουν ονοματεπώνυμο.

Τον Απρίλιο του 1974, σύμφωνα με μαρτυρίες, καταθέσεις και μεταγενέστερες έρευνες, η πενταμελής ηγεσία της ελληνικής χούντας — αποτελούμενη από τους Φαίδωνα Γκιζίκη, Δημήτρη Ιωαννίδη, Αδαμάντιο Ανδρουτσόπουλο, Γρηγόριο Μπονάνο και Αλέξανδρο Γαλατσάνο — φέρεται να έλαβε την οριστική απόφαση για την ανατροπή και φυσική εξόντωση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Την ίδια περίοδο, σύμφωνα με τον Έλληνα αξιωματικό των μυστικών υπηρεσιών Σημαιοφορίδη και με πολυσέλιδη έκθεση του 2ου Γραφείου του Πολεμικού Ναυτικού, η Τουρκία είχε ήδη αρχίσει την προετοιμασία της επιχείρησης «Αττίλας 1», γεγονός που δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα για το κατά πόσο υπήρχε γνώση ή ακόμη και συντονισμός μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας γύρω από τις εξελίξεις στην Κύπρο.

Η εκδοχή αυτή παρουσιάζει μια σκοτεινή και ιστορικά βαριά εικόνα: ένα ελληνικό στρατιωτικό καθεστώς, το οποίο επικαλούνταν διαρκώς την «εθνικοφροσύνη» και την υπεράσπιση του ελληνισμού, κατηγορείται ότι με τις ενέργειές του συνέβαλε καθοριστικά στη δημιουργία των συνθηκών που οδήγησαν τελικά στην τουρκική εισβολή και στην απώλεια μεγάλου μέρους της Κύπρου.

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται και σε έγγραφο του τότε Γενικού Γραμματέα του ΝΑΤΟ, του Ολλανδού Γιόζεφ Λουνς, με ημερομηνία 12 Ιουλίου 1974. Σύμφωνα με το έγγραφο, μετά από επίσκεψη του Αμερικανού υφυπουργού Εξωτερικών Robert S. Ingersoll στην έδρα της Συμμαχίας, εκφραζόταν η θέση ότι έπρεπε «να τελειώνουμε με την Κύπρο», ενώ διατυπωνόταν η ανάγκη να διευκολυνθεί τόσο η ανατροπή του Μακαρίου όσο και η αποβίβαση τουρκικών στρατευμάτων στο νησί. Οι αναφορές αυτές ενισχύουν την άποψη ότι κύκλοι του ΝΑΤΟ και των Ηνωμένων Πολιτειών αντιμετώπιζαν την κυπριακή κρίση μέσα από το πρίσμα των ψυχροπολεμικών ισορροπιών και της συνοχής της νοτιοανατολικής πτέρυγας της Συμμαχίας.

Σύμφωνα με την ίδια ιστορική εκδοχή, σε σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 1974, με τη συμμετοχή Αμερικανών υφυπουργών Εξωτερικών και Άμυνας, καθώς και του Αμερικανού πρέσβη Χένρι Τάσκα, η χούντα φέρεται να αποδέχθηκε ότι, για να εκτονωθεί η κατάσταση που είχε δημιουργηθεί μετά το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου, θα έπρεπε να επιτραπεί στην Τουρκία να καταλάβει κυπριακά εδάφη. Κατά την εκδοχή αυτή, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν ενεργοποιήθηκαν τα σχέδια άμυνας της Κύπρου, ενώ οι κινήσεις των τουρκικών δυνάμεων παρουσιάζονταν καθησυχαστικά ως «στρατιωτικές ασκήσεις».

Το σύνθημα για την εκδήλωση του πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 1974 ήταν: «Ο Αλέξανδρος εισήλθε νοσοκομείον». Η διαταγή με χαρακτήρα «αστραπιαίον», γνωστή ως ΕΛΔΥΚ 3, απευθυνόταν προς την Εθνική Φρουρά και έφερε την υπογραφή του χουντικού αξιωματικού Γεωργίτση. Το σχετικό σήμα, με ημερομηνία 15 Ιουλίου 1974 και ώρα 08:17 το πρωί, κοινοποιήθηκε και προς το Αρχηγείο των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων στην Αθήνα, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι ο σχεδιασμός και οι εντολές δίνονταν απευθείας από το καθεστώς της χούντας.

Πέρα όμως από τα αρχειακά τεκμήρια και τις επίσημες μαρτυρίες, ιδιαίτερη αίσθηση προκαλούν τα ηχητικά ντοκουμέντα που δημοσιοποίησε ο δημοσιογράφος Αλέξης Παπαχελάς στο βιβλίο του «Ένα σκοτεινό δωμάτιο 1967–1974». Οι συνομιλίες που καταγράφονται το πρωί της 20ής Ιουλίου 1974, την ώρα που εκδηλωνόταν η τουρκική εισβολή στην Κύπρο, αποτυπώνουν με δραματικό τρόπο το κλίμα και τις αντιλήψεις που επικρατούσαν στο εσωτερικό της χούντας.

Σε μία από τις χαρακτηριστικότερες συνομιλίες, ο Δημήτρης Ιωαννίδης ακούγεται να δηλώνει προς τον «πρωθυπουργό» Αδαμάντιο Ανδρουτσόπουλο:

«Την ξέρουμε τη λύση κύριε Πρωθυπουργέ. Αυτοί θα βγούνε στην Κερύνεια. Αυτό που θέλουν οι Τούρκοι το κάνουν».

Όταν ο Ανδρουτσόπουλος απαντά «Όχι, αν τους σταματήσουμε», ο Ιωαννίδης φέρεται να απαντά: «Μα θα τους σταματήσουμε μετά. Αφού πάρουν το λιμάνι, την Κερύνεια κι ενώσουν τη Λευκωσία, τότε θα σταματήσουν. Γι’ αυτό είμαστε σίγουροι».

Οι συγκεκριμένοι διάλογοι θεωρούνται από πολλούς ερευνητές και ιστορικούς ως αποκαλυπτικοί για τη στάση της χούντας κατά τις κρίσιμες ώρες της εισβολής και για το γεγονός ότι η τουρκική απόβαση όχι μόνο δεν αντιμετωπίστηκε αποφασιστικά από την Αθήνα, αλλά αντιμετωπίστηκε ως μια εξέλιξη που είχε ήδη, σε σημαντικό βαθμό προεξοφληθεί.

Η επιστροφή του Καραμανλή, –Αττίλας ΙΙ

Παρά τις αντιρρήσεις του δικτάτορα Ιωαννίδη, η στρατιωτική ηγεσία του κατέστησε σαφές ότι η δικτατορία είχε τελειώσει. Η πολιτική και στρατιωτική ηγεσία της Ελλάδας, με υποδείξεις του γεφυροποιού Αβέρωφ επέλεξε τον αυτοεξόριστο Κωνσταντίνο Καραμανλή για πρωθυπουργό της χώρας. Ο Καραμανλής προσγειώθηκε στην Ελλάδα τα ξημερώματα της 24ης Ιουλίου, στις 02:00, με το προσωπικό προεδρικό αεροσκάφος του Γάλλου Προέδρου. Η κίνηση αυτή είχε τεράστιο συμβολισμό, καθώς έδειχνε την άμεση και πλήρη στήριξη της Δύσης προς τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, αφού δεν είχαν λησμονηθεί οι πολύτιμες υπηρεσίες που τους είχε προσφέρει.

Η σύσκεψη χουντικών στρατιωτικών και πολιτικών είχε αποφασίσει να οριστεί πρωθυπουργός ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, αλλά προέκυψε ο Καραμανλής ύστερα από συνεννόηση του Αβέρωφ με τους στρατιωτικούς. Παραμένει άγνωστο (μπορούμε όμως να συμπεράνουμε από την μεταχείριση που έτυχαν) γιατί ο Αβέρωφ έκανε αυτή την ακροβατική τούμπα, και τι υποσχέσεις δόθηκαν στους χουντικούς.

Στη συνέχεια, ένα πέπλο προστασίας απλώθηκε γύρω από τον Καραμανλή, για όσα διαδραματίστηκαν τόσο πριν από τον ερχομό του όσο και κατά την πλήρη εγκατάλειψη της Κύπρου στις ορδές του Αττίλα ΙΙ.

Έχει γραφτεί από τον Μακαρέζο, χωρίς να διαψευστεί από τον Καραμανλή, ότι στις 30 Νοεμβρίου 1973, λίγες ημέρες μετά την ανατροπή του Παπαδόπουλου από τον Ιωαννίδη, ο Αχιλλέας Καραμανλής του μετέφερε μήνυμα του αυτοεξόριστου αδελφού του. Το μήνυμα, όπως το παραθέτει ο Μακαρέζος στα απομνημονεύματά του, πρότεινε να κληθεί ο Κωνσταντίνος Καραμανλής στην Ελλάδα εκ μέρους των Ενόπλων Δυνάμεων, να αναλάβει ο ίδιος Πρόεδρος της Δημοκρατίας, να γίνει ο Μακαρέζος πρωθυπουργός, να υπάρξει μια μεταβατική περίοδος προτού οδηγηθεί η χώρα σε ελεύθερες εκλογές και ο Καραμανλής να βοηθήσει στη δημιουργία και επικράτηση ενός συντηρητικού κόμματος, μέσα στα πλαίσια που θα ήταν αποδεκτά από τις Ένοπλες Δυνάμεις και την «Επανάσταση». Αναφορά σε επαφές χουντικών αξιωματικών με τον Καραμανλή γίνεται και από τον Στέλιο Ψυχάρη.

Ο Καραμανλής πήρε το τιμόνι σε σφοδρή καταιγίδα. Αλλά, «ο καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται». Ο καπετάνιος, που έπλεε με το ίδιο πλήρωμα που παρέδωσε την Κύπρο στους Τούρκους τσάκισε το καράβι στα βράχια. Όχι μόνο δεν άλλαξε αμέσως τη στρατιωτική ηγεσία, σύμφωνα με τις υποδείξεις του συμβούλου του για στρατιωτικά θέματα, Αντιστράτηγου Πανουργιά —ο Πανουργιάς είχε αποταχθεί και εξοριστεί από τη χούντα—, αλλά δέχτηκε και τις εισηγήσεις της να μην πολεμήσει η Ελλάδα.

«Μεταξύ πολέμου και ατιμίας, επέλεξε την ατιμία», είπε ο Τσώρτσιλ για τον Άγγλο πρωθυπουργό Τσάμπερλεϊν, σχολιάζοντας τη Συμφωνία του Μονάχου. Ο Βενιζέλος, στις παραμονές των Βαλκανικών Πολέμων, δεν δέχτηκε τις εισηγήσεις για την ανωτερότητα του τουρκικού στόλου, και αφουγκράστηκε τα λόγια του Κουντουριώτη: «Καράβια άνευ ικανού εμψύχου υλικού είναι μόλυβδος βαρύς βυθιζόμενος εντός ύδατος. Σας διαβεβαιώ ότι με τα καράβια που έχομε θα κάμομε καλά τη δουλειά μας».

Στη χουντική στρατιωτική ηγεσία, που εξαντλούσε τη γενναιότητά της στους αριστερούς φαντάρους —έχω ιδία πείρα, αφού υπηρέτησα από τον Γενάρη του 1971 μέχρι τον Γενάρη του 1973—, ταιριάζει το ποίημα «Vier Generäle» του Μπέρτολτ Μπρεχτ. Σε ελληνική απόδοση, «Τέσσερις στρατηγοί», μελοποιημένο από τον Μάνο Χατζιδάκι.

Το πολιτικό ανάστημα του Καραμανλή δεν του επέτρεπε να ασκήσει —και δεν άσκησε— πολιτική πίεση στους Αμερικανούς για να εμποδίσουν τον δεύτερο Αττίλα. Αναρωτήθηκε άραγε ποτέ πώς αισθάνθηκαν οι λιγοστοί πατριώτες, που με ελαφρύ οπλισμό πολεμούσαν τον οπλισμένο με τανκς, κανόνια, και στρατιωτικά αεροπλάνα Αττίλα ΙΙ, όταν, στο διάγγελμά του, έστειλε μήνυμα σε Τούρκους και Αμερικάνους, ότι η «Κύπρος κείται μακράν»; Ότι, δηλαδή, η Ελλάδα δεν θα πολεμήσει, θα αφήσει τους Τούρκους ανενόχλητους να κάνουν τη δουλειά τους!!! Ο Καραμανλής, στην ανατολή της πολιτικής του καριέρας υπέγραψε τις προϋποθέσεις για την Τουρκική εισβολή και στη δύση της, παρέδωσε το 37% του νησιού στον τούρκο κατακτητή ενεργώντας πάντα για τα συμφέροντα της ΝΑΤΟικής συμμαχίας.

Το σύστημα, που ποτέ δεν παύει να βραβεύει τον εαυτό του και ποτέ δεν το δικάζει, ανακήρυξε τον Καραμανλή Εθνάρχη. Το ερώτημα, όμως, για τον ιστορικό είναι: Εθνάρχης, ή «Νενέκος»; Βέβαια, για αυτούς που κρατούσαν τα τουρκικά τανκς με «νύχια και δόντια», και άκουσαν ότι «η Κύπρος κείται μακράν» δεν υπάρχει δίλημμα.

Αρχή και τέλος

Το 1974 δεν μπορεί να κατανοηθεί νομικά χωρίς το 1955: η μη αναγνώριση της αυτοδιάθεσης τότε, έφερε τις Βερμούδες το 1957, τις συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου το 1960, και επέτρεψε τη δημιουργία ενός συμβατικού καθεστώτος, το οποίο η Τουρκία επικαλέστηκε για επέμβαση το 1974. Από τη στιγμή που το Κυπριακό έπαψε να είναι αποικιακό ζήτημα στο διεθνές δίκαιο, η αυτοδιάθεση δεν εξαφανίστηκε πολιτικά, και απενεργοποιήθηκε νομικά.

Παναγιώτης Καλογιάννης, Στοκχόλμη Μάης 2026.

  1. Βουλευτές, σε πολλές περιπτώσεις δεν υπηρετούν την κοινωνία, αλλά λειτουργούν σαν να είναι η ίδια στην υπηρεσία τους. Η μετακίνηση βουλευτών από το κόμμα με το οποίο εξελέγησαν σε άλλο πολιτικό σχηματισμό έχει πλέον καταστεί συνηθισμένο φαινόμενο, χωρίς να προκαλεί την έντονη κοινωνική αποδοκιμασία, όπως στην περίπτωση της αποστασίας το 1965. Η εξέλιξη αυτή αντανακλά μια ευρύτερη κρίση του πολιτικού συστήματος, όπου οι πολίτες συχνά αντιμετωπίζονται ως υπήκοοι και όχι ως ενεργά υποκείμενα της δημοκρατίας, ενώ η διαφθορά και η θεσμική παρακμή έχουν γίνει κανονικότητα και κυριαρχούν στον δημόσιο βίο.
  2. Μελέτες για την ΕΟΚΑ Β΄, διάφορες μαρτυρίες μ.α. του Λουκή Ακρίτα, ο Φάκελος της Κύπρου (πρακτικά της Εξεταστικής Επιτροπής της Βουλής των Ελλήνων και της Κυπριακής Βουλής) αναφέρουν τον Σκλαβενίτη για αρχηγό της ΕΟΚΑ Β΄ ύστερα από τον θάνατο του Γρίβα.

ΥΓ1: Ο Αθανάσιος Σκλαβενίτης επέστρεψε στην Ελλάδα, παραιτήθηκε από τον στρατό και ασχολήθηκε με την επιχειρηματική δραστηριότητα της οικογενειακής αλυσίδας σούπερ μάρκετ Σκλαβενίτης.

ΥΓ2: Την ιστοσελίδα αυτή διαχειρίζεται ο τ. πρόεδρος της Ομοσπονδίας Νίκος Κωνσταντινίδης. Δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με τη λεγόμενη Ομοσπονδία (Μωυσή – Κομνηνού), η οποία υφίσταται μόνο κατ’ όνομα, χρησιμοποιείται για να εξυπηρετεί αποκλειστικά ατομικούς σκοπούς, και χαρακτηρίζεται από πλήρη απραξία.

Σχετικά άρθρα:
[ Ο Ελληνισμός της Κύπρου ]
[ Οι βασικοί σταθμοί και το νόημα της νεότερης Κυπριακής Ιστορίας Μέρος Α΄ ]
[ Χρονολόγιο του Κυπριακού προβλήματος, Β΄μέρος ]

Επικαιρότητα

Ο Γεώργιος Γρίβας («Διγενής») παραμένει μία από τις πιο αμφιλεγόμενες μορφές της νεότερης ελληνικής και κυπριακής ιστορίας. Στρατιωτικός αρχηγός της ΕΟΚΑ...

Ο ελληνισμός της Κύπρου έχει πολύ βαθιές ρίζες στο νησί από την αρχαιότητα — κάτι που οφείλουν να μην ξεχνούν πολιτικοί και στρατιωτικοί στην...

Όσα χρόνια κι αν περάσουν, δεν ξεχνούμε τη Φωνή στον "ραδιοφωνικό σταθμό" του Πολυτεχνείου Αθηνών ν´απαγγέλει τον στίχο του Εθνικού μας Ύμνου "κι...

Επιστροφή στο Α΄μέρος. «Κτῆμα ἐς αἰεί μᾶλλον ἤ ἀγώνισμα ἐς τό παραχρῆμα ἀκούειν» Με τη φράση αυτή ο Θουκυδίδης αναφέρει ότι το έργο του, η Ιστορία, δεν γράφτηκε για να προσφέρει πρόσκαιρη ευχαρίστηση στον αναγνώστη αλλά για να έχει...

Η Ομοσπονδία

Κύρια επιδίωξη με τη δημιουργία της Ομοσπονδίας ήταν η συμμετοχή σε μία συνομοσπονδία μεταναστευτικών οργανώσεων, η οποία θα γινόταν τότε στη...